διαπομπεύω

διαπομπ-εύω,
A carry the procession to an end, Luc.Nec.16; Ράριον ὀργειῶνα νόμῳ -πομπεύουσα prob. in Hermesian.7.19.
II carry all round,

ὕδωρ Critias1.7D.


Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαπομπεύω — διαπομπεύω, διαπόμπευσα βλ. πίν. 19 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • διαπομπεύω — (AM διαπομπεύω) [πομπεύω] υποβάλλω κάποιον σε διαπόμπευση, τόν περιφέρω για χλευασμό αρχ. 1. οδηγώ την πομπή προς το σημείο τερματισμού 2. περιφέρω και κερνάω (κρασί, νερό κ.ά.) …   Dictionary of Greek

  • διαπομπεύω — διαπόμπεψα, διαπομπεύτηκα, διαπομπεμένος, διασύρω, εξευτελίζω δημόσια: Η μοιχαλίδα διαπομπεύθηκε από την ίδια της την οικογένεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαπομπεύῃ — διαπομπεύω carry the procession to an end pres subj mp 2nd sg διαπομπεύω carry the procession to an end pres ind mp 2nd sg διαπομπεύω carry the procession to an end pres subj act 3rd sg διαπομπεύω carry the procession to an end pres subj mp 2nd… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπομπεῦσαι — διαπομπεύω carry the procession to an end aor inf act διαπομπεύω carry the procession to an end aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπομπεύουσα — διαπομπεύω carry the procession to an end pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) διαπομπεύω carry the procession to an end pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπομπεύων — διαπομπεύω carry the procession to an end pres part act masc nom sg διαπομπεύω carry the procession to an end pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεπόμπευσεν — διαπομπεύω carry the procession to an end aor ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπομπεύηι — διαπομπεύῃ , διαπομπεύω carry the procession to an end pres subj mp 2nd sg διαπομπεύῃ , διαπομπεύω carry the procession to an end pres ind mp 2nd sg διαπομπεύῃ , διαπομπεύω carry the procession to an end pres subj act 3rd sg διαπομπεύῃ ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπομπεύσας — διαπομπεύσᾱς , διαπομπεύω carry the procession to an end aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) διαπομπεύσᾱς , διαπομπεύω carry the procession to an end aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βουρδουλίζω — 1. δέρνω με βούρδουλα 2. διαπομπεύω, εξευτελίζω …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.